Κάθε Σεπτέμβρη ακούμε την ίδια ερώτηση:
«Πώς θα προσαρμοστεί το παιδί στον παιδικό σταθμό;»
Ίσως, όμως, χρειάζεται να την κοιτάξουμε λίγο διαφορετικά.
Γιατί στον παιδικό σταθμό δεν αποχωρίζεται μόνο το παιδί τον γονιό.
Αποχωρίζεται και ο γονιός, για πρώτη φορά, ένα κομμάτι της καθημερινότητας του παιδιού του.
Το παιδί καλείται να εμπιστευτεί έναν καινούργιο χώρο, νέους ανθρώπους και μια νέα καθημερινότητα. Να ανακαλύψει ότι μπορεί να φύγει από την αγκαλιά του γονιού και, παρ’ όλα αυτά, η σχέση τους να παραμένει ασφαλής.
Την ίδια στιγμή, ο γονιός καλείται να εμπιστευτεί.
Να αντέξει το κλάμα χωρίς να το ερμηνεύσει ως αποτυχία.
Να αντέξει την ενοχή χωρίς να αμφισβητήσει κάθε του απόφαση.
Να αποχωριστεί χωρίς να εγκαταλείψει συναισθηματικά.
Από τη συστημική οπτική, το παιδί και η οικογένεια αποτελούν ένα συναισθηματικό σύστημα. Όταν ένα μέλος περνά σε μια νέα φάση, ολόκληρη η οικογένεια χρειάζεται να βρει μια νέα ισορροπία.
Γι’ αυτό, ίσως η προσαρμογή δεν είναι να μάθει το παιδί να μην κλαίει όταν φεύγει ο γονιός.
Είναι να μάθει:
«Μπορώ να μου λείπει η μαμά ή ο μπαμπάς και ταυτόχρονα να είμαι ασφαλής.»
Και ο γονιός να μάθει:
«Μπορώ να μου λείπει το παιδί μου και ταυτόχρονα να του επιτρέπω να μεγαλώνει.»
Γιατί η αυτονομία δεν χτίζεται όταν δεν υπάρχει αποχωρισμός.
Χτίζεται όταν το παιδί βιώνει ξανά και ξανά ότι:
φεύγουμε, αλλά επιστρέφουμε.
Αποχωριζόμαστε, αλλά δεν χανόμαστε.
Μεγαλώνεις, αλλά η σχέση μας παραμένει.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο σημαντικό μάθημα του παιδικού σταθμού —
όχι μόνο για το παιδί, αλλά και για τον γονιό.


